Γεννώντας ἀνθρώπους: μαρτυρία μετάγγισης πείνας καί δίψας
«Μά ὅπως μεγαλώνουμε / κι ὄμορφα παλιώνουμε
θά ΄θελα ἡ καρδιά μου νά κριθεῖ
ἀπό τούς δασκάλους μας / μικρούς μας καί μεγάλους μας
κι ὅσους προπαντός ἔχουν γιά πάντα κοιμηθεῖ»
Λίγα πράγματα εἶναι χειρότερα ἀπό τό νά ζητοῦν ἀπό κάποιον νά μιλήσει γιά ἕνα ἄλλο πρόσωπο, καί ἐκεῖνος νά ἀρχίσει νά μιλᾶ ἐπί μακρόν γιά τόν ἑαυτό του. Δεδομένου ὅμως πώς μοῦ ζητήθηκε νά δώσω μιά προσωπική μαρτυρία γιά τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ, καί πρεσβείαις τοῦ ἐκδότου Θεοδώρου Παντούλα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νά πράξω ἀκριβῶς αὐτό — ζητῶ συγγνώμη.
Φθινόπωρο 2006, καί μόλις εἶχα ἐπιζήσει ἀπό τή διαδικασία τῶν πανελληνίων ἐξετάσεων — φιλολογία, φιλοσοφική σχολή Ἀθηνῶν. Ἐδῶ χρειάζονται κάποιες πληροφορίες γιά τό πλαίσιο: ἤμουν, μέν, γεμάτος μέ ἐνδιαφέροντα κάθε εἴδους, καί πιστεύω πώς εἶχα διαβάσει ποσοτικά περίπου ὅσα θά μποροῦσε νά ἔχει προλάβει νά διαβάσει ἕνας δεκαοκτάχρονος —... ἀλλά καί καταλάβει τά ὅσα λίγα μπορεῖ νά καταλάβει κάποιος σέ αὐτές τίς ἡλικίες…—, σέ ὅλο τό φάσμα, ἀπό λογοτεχνία καί ψυχανάλυση μέχρι κβαντική φυσική. Αὐτό ἔχει σημασία ἐδῶ, διότι ἡ ἐναλλακτική εἶναι μᾶλλον προβλέψιμη καί συνήθης: ἄν κάποιος ἀρχίσει τά διαβάσματα καί τά ψαξίματα στή φοιτητική ζωή, δέν ἀποκλείεται νά «παντρευτεῖ» ἀμέσως ὅ,τι τοῦ πρωτογυαλίσει, ὅπερ ἐν τέλει ἀδιάφορο καί τυχαῖο. (Στή χρονιά μου εἴχαμε ἕναν συμπαθέστατο συμφοιτητή πού στό μυαλό μου τόν εἶχα ὡς «ὁ Νίτσες»: εἶχε διαβάσει Νίτσε στά δεκαοκτώ του καί συμπέρανε ἀμέσως πώς ἐκεῖνος ἀποτελεῖ τή μόνη ἀπάντηση σέ κάθε ἐρώτημα, συμπεριλαμβανομένων τῶν βέλτιστων τρόπων μαγειρικῆς, κάτι πού κράτησε κάποια χρόνια). Συνεπῶς, ἄς κρατήσουμε ὅτι μᾶλλον δέν ἐνέπιπτα σέ αὐτήν τήν κατηγορία, τῆς μονοκαλλιέργειας. Ναί μέν, λοιπόν, ἴσχυαν τά παραπάνω, παράλληλα δέ ἐμφανιζόταν ὡς ἀπολύτως αὐτονόητο καί χωρίς συλληπτή ἐναλλακτική ὅτι ὁ κόσμος ἦταν κοσμικός, secular: τυχαία ἀναδυθείς, ἀποκλειστικά ὑλικός καί ἀ-νόητος, ἐπεξηγούμενος ἀπό ἕναν ἐπιστημονικοφανή ὑλισμό πού ἀντιστοιχοῦσε στή φυσική τοῦ 19ου αἰώνα — δέν μποροῦσα τότε νά διακρίνω ὅτι ἡ μετέπειτα ἐξέλιξη τῆς ἴδιας τῆς φυσικῆς καθιστοῦσε αὐτήν τήν εἰκόνα μιά ἰδεολογική θρησκεία, ἄν καί μέ ἀπαρόμοιαστη ὅσο νά πεῖ κανείς ἀνθεκτικότητα. Στήν… ἀπεριόριστη σοφία τῶν δεκαοκτώ χρονῶν, μοῦ ἦταν προφανές καί αὐτονόητο ὅτι ὅλες οἱ ποικιλίες φιλοσοφικῶν ρευμάτων καί ἀσκήσεων νοήματος τῆς ζωῆς ἀποτελοῦν συναρπαστικές παραλλαγές πάνω σέ αὐτό τό δεδομένο ὑπόστρωμα, ἡ ἐναλλακτική τοῦ ὁποίου δέν θά ἦταν ἁπλῶς ἀδιανόητη, ἀλλά ἠλίθια — τεκμήριο περιορισμένης νοητικῆς ἱκανότητας. Ὁ κόσμος εἶναι ὅπως εἶναι, καί εἶναι ἔτσι, τό ἐρώτημα ἦταν ἀπό κεῖ καί πέρα τί γίνεται. Σημειωτέον ὅτι, τότε, αὐτό δέν (μοῦ) προκαλοῦσε οὔτε φανατισμό οὔτε ἀπόγνωση οὔτε καταπιεζόμενη ἄσβεστη δίψα οὔτε τίποτε, διότι ἡ ἐκκοσμικευμένη ματιά ἔχει κι αὐτή τίς ἄπειρες παραλλαγές της γιά ὅλα τά γοῦστα, ἀπό τή βλοσυρή καί ἀπομαγευμένη μέχρι τήν, μέ διάφορους τρόπους, μαγευμένη (καί τό New Age συχνά στήν ἐπιστήμη ὁρκίζεται, ἀξιώνοντας πώς μιλᾶ «γιά ὅσα ἡ ἐπιστήμη δέν ἔχει κατανοήσει ἀκόμα» κ.ο.κ.). Ἡ ἀντίληψη πού περιγράφω ἦταν λίγο πολύ δεδομένη σέ ὁλόκληρο τόν κοινωνικό κύκλο καί στρῶμα ἀπό τό ὁποῖο προερχόμουν, συμπεριλαμβανομένου τοῦ σχολείου, καί κάθε στοιχεῖο χριστιανισμοῦ μιά χαρά ἐπικαθόταν, «μέ τόν δικό του τρόπο», στά παραπάνω ἄρρητα αὐτονόητα. Ἡ μόνη πτυχή κάποιου «χριστιανισμοῦ» στόν ὀπτικό ὁρίζοντα ἦταν τῆς ὑπέροχης γιαγιᾶς μου (μεγάλη μορφή, ἄλλη συζήτηση αὐτή) πού τήν πρόλαβα μέχρι τά δώδεκά μου χρόνια περίπου, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν εἶχε καμμία λαϊκότητα: ἡ γιαγιά ἦταν κάπως Ζωικιά, ἡ βαθιά της πίστη ἐνδυόταν πρωτίστως μιά συμπεριφορική/ἠθική καί δευτερευόντως ἐγκεφαλική προτεραιότητα, χωρίς ὅμως νά ὑπάρχει ἐκεῖ κάτι τό πνιγηρό. Αὐτός ὁ χριστιανισμός μοῦ ἦταν μᾶλλον συμπαθής —γιατί ὄχι, καλός φαινότανε—, ἀφ’ ἑνός ὅμως παντελῶς μά παντελῶς ἀδιάφορος, καί ἀφ’ ἑτέρου ἀπολύτως συμβατός μέ τή δεδομένη ματιά πού περιγράφηκε παραπάνω.
Εἴμαστε στό γύρισμα τοῦ 2006–2007 λοιπόν, καί ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, ἀφυπηρετήσας τότε ἀπό τό Πάντειο Πανεπιστήμιο καί ὁμότιμος, ξεκινοῦσε τόν πρῶτο κύκλο δέκα ἑβδομαδιαίων διαλέξεων/μαθημάτων φιλοσοφίας στή Στοά τοῦ Βιβλίου, πού συνεχίστηκαν γιά ἀρκετά χρόνια. Καί δέν πᾶμε; Πιό ἐνδιαφέρον θά εἶναι ἀπό τίς παραδόσεις φιλολογίας στό πανεπιστήμιο.
(Καί πῶς εἶχα πληροφορηθεῖ, τότε, ὅτι θά μποροῦσε νά ἔχει ὁποιοδήποτε ἐνδιαφέρον αὐτή ἡ σειρά διαλέξεων; Μά, ἐπ’ ἀφορμή τῶν ἐπιφυλλίδων, πού εἶχαν πέσει στά χέρια μου καί ἀποτύπωναν μιάν ἐντελῶς πρωτόγνωρη γιά μένα τότε χρήση τῆς γλώσσας. Τοῦ γράφοντος συμπεριλαμβανομένου, τό ‘χουμε ἀρκετοί συνήθειο νά ἐπισημαίνουμε μιά σχετική καί μερική ἀποστασιοποίηση ἀπό τίς ἐπιφυλλίδες, ἐν πάση περιπτώσει νά ὑπογραμμίζουμε τήν ἀληθή διαπίστωση ὅτι τό κατατεθειμένο ἔργο —τά «μεγάλα βιβλία», ἕνα μόνο ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι Τό Πρόσωπο καί ὁ Ἔρως— καί ἡ παρουσία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ εἶναι κάτι τό οὐσιωδῶς διαφορετικό, πολύ εὐρύτερο, καί σαφῶς σημαντικότερο ἀπό τήν ἁπλή συγκομιδή τῶν ἑβδομαδιαίων ἐπιφυλλίδων τῆς ἐφημερίδας, ὁσοδήποτε βιβλιοδετημένη, καί ὁσεσδήποτε ἀρετές κι ἄν αὐτές ἔχουν. Ὁποία εἰρωνεία ὅμως, τελικά κι ἐμεῖς συνήθως ἀπό τίς ἐπιφυλλίδες πρωτομάθαμε ὅτι ὑπάρχει Χρῆστος Γιανναρᾶς — ἄν μή τί ἄλλο, ὅσοι δέν ἤμασταν φοιτητές στό Πάντειο στά κατάλληλα χρόνια.)
Προσωπική σχέση δέν ὑπῆρχε βέβαια ἀκόμα, ἀλλά ἤδη ἀπό τίς πρῶτες διαλέξεις καί μαθήματα, ἡ παρουσία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ ἦταν, γιά πολλούς ἄλλους καί γιά ἐμένα, μιά ἀποκάλυψη. Σέ ὅλα τά ἐπίπεδα: περιεχομένου, βαθύτητας, οὐσίας, ἐμβέλειας, ταλάντου μεταδοτικότητας· χρήσης της γλώσσας ὄχι ὡς ἄσκηση ἐπίδειξης ἀλλά ὡς αἴτημα ἀκρίβειας καί ἄρα ὡς ἄλλης πάστας σκέψης. Σκέψης πρωτότυπης καί ὄχι μετάδοση πληροφορίας, μέ τήν ἔννοια μιᾶς σκέψης πού ἔχει ἀποκρυσταλλώσει τίς προσεγγίσεις της ὡς καρπούς ἑνός οὐδέποτε ἐξαντλούμενου μόχθου — ἀποτελεῖ ἀπάντηση σέ ἕναν πραγματικό, προσωπικό ἀγώνα νοήματος. Αὐτό ἦταν ἴσως τό πιό ἄμεσα προφανές ἀπό τίς πρῶτες ὧρες διδασκαλίας τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ σέ αὐτά τά πρῶτα μαθήματα: οἱ πιό ἀφηρημένες ἔννοιες καί προβλήματα τῆς φιλοσοφίας, τό ὀντολογικό καί ἐπιστημολογικό ἐρώτημα, κατ’ ἐξοχήν δηλαδή τά πεδία πού δύσκολα τά φαντάζεται κάποιος ὡς προσωπικό σαράκι, μά μᾶλλον ὡς ἐνίοτε ἐνδιαφέρουσα θεωρητική ἄσκηση, ἦταν γι’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο καταφανῶς μιά μόνιμη, ζωντανή καί ζωογόνος πάλη γιά νά ἀγγιχτεῖ κατά τό δυνατόν ὅ,τι τό πολυτιμότερο. Ἡ λέξη «πάθος» συνήθως θυμίζει ἄλλα πλαίσια, πιό θεατρινίστικα καί ἐπιτελεστικά, ἴσως ἐνίοτε καί κάπως ψεύτικα, ἀλλά ἐδῶ φανερωνόταν στήν πλέον ἀληθινή της διάσταση: ἐδῶ, καί οἱ πλέον θεωρητικές ἀναζητήσεις ἦταν σκάμμα ἑνός πάθους γιά νά βρεθεῖ ἡ διάκριση μεταξύ τοῦ ἀληθινοῦ καί τοῦ ψεύτικου, τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ἀναζητώντας ἀκόρεστα τό ἀληθινό, τή ζωή. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Γιανναρᾶς δέν προέταξε τή λέξη πάθος, ἀλλά τήν πείνα καί τή δίψα — εἰκόνα, τελικά, πολύ σαφέστερη.
Ἔ, μετά κολλᾶς, ὅσο νά πεῖ κανείς.
Ἀλλά ἦταν ἀποκάλυψη ἤδη οἱ πρῶτες διαλέξεις καί σέ ἐπίπεδα πού δέν θά ὑποπτευόμασταν: ἡ ἴδια ἡ παρουσία του ἦταν ἀποκαλυπτική. Ἀκόμα καί σέ μιά φαινομενικά τυπική διάλεξη φιλοσοφίας πρός ἕνα εὐμέγεθες κοινό, ἡ παρουσία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ ἀνέβλυζε μιάν ἀγαπητικότητα, μιάν ἄλλη πάστα ἀνθρώπου, ὄχι μόνο σκέψης. Αὐτή ἡ δυσπροσδιόριστη ἀγαπητικότητα ἦταν τό πρῶτο, ἕπονται τά πιό εὔκολα προσδιορίσιμα, ὅπως ἡ φυσική εὐγένεια, τό ζωντανό βλέμμα πού ὄντως ἐνδιαφέρεται γιά τά γεγονότα καί δέν τά διεκπεραιώνει, ἡ αἴσθηση πώς ἐκείνη τή στιγμή ἀσκεῖ τή διδασκαλία σάν νά εἶναι, ἐκείνη τή στιγμή, τό πιό σημαντικό πρᾶγμα στόν κόσμο. (Περιττόν εἰπεῖν, στήν πανεπιστημιακή μου σχολή δέν εἶχα βρεῖ τέτοιο εἴδους δασκάλου.) Νά τό ποῦμε μέ ἕναν ἄλλο τρόπο, αὐτός ὁ ἄνθρωπος σοῦ ἔδινε τήν πολύ πραγματική αἴσθηση πώς εἶναι ἐντελῶς ζωντανός μέ μιά πολύ πρωταρχική ἔννοια, ὁπότε μετά σκεφτόσουν: πολύ πιό ζωντανός ἀπό ‘σένα, κάτι πού εὔλογα σέ ὁδηγοῦσε στή σκέψη ὅτι κάποια στιγμή καλό θά ἦταν νά μάθεις νά ζεῖς κι ἐσύ, νά γίνεις κι ἐσύ ζωντανός.
Ἔ, δέν θά πεῖς μετά «αὐτός κάτι ἔχει βρεῖ, καί αὐτό πού ἔχει βρεῖ μέ ἐνδιαφέρει κι ἐμένα»;
Σημειωτέον ὅτι αὐτές οἱ σειρές διαλέξεων ἦταν ὄντως καί ἀποκλειστικά διαλέξεις φιλοσοφίας καί διδασκαλίας τοῦ τί εἶναι τέλος πάντων αὐτό τό πρᾶγμα, τί κάνει μιά ἀναζήτηση νά εἶναι πραγματικά φιλοσοφική. Δέν ἦταν θεολογία μασκαρεμένη ὡς φιλοσοφία, γιά τό τί θά πεῖ ὁ κόσμος. Ταυτόχρονα ὅμως ἡ ἰχνηλάτηση τῆς ἴδιας τῆς ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας καί τοῦ τρόπου τοῦ φιλοσοφεῖν φανέρωνε, σέ ὅποιον δέν εἶχε τά μάτια του κλειστά, τό συνεχές φιλοσοφίας καί θεολογικῆς ἀναζήτησης: ἐν τέλει, καί παρά τίς ὅποιες βολικές κατηγοριοποιήσεις, ἡ «πρώτη φιλοσοφία» (καί ὅ,τι συναρτᾶται μέ αὐτήν) εἶναι ἀναπόδραστα θεολογική, ἀκόμα κι ἄν ἀντιστοιχεῖ φέρ’ εἰπεῖν σέ μιά ἄθεη θεολογία, ἤ τό ὁτιδήποτε. Οἱ ἄνθρωποι μέ κάπως κλειστούς ὁρίζοντες καί ἐμβέλειες συχνά ἐπαναλαμβάνουν, προκειμένου νά ἀποφύγουν νά σκεφτοῦν: «ἡ θεολογία ξέρει μόνο νά δίνει ἀπαντήσεις· ἡ φιλοσοφία, νά θέτει ἐρωτήματα». Χωρίς ποτέ νά θέτει ὁ ἴδιος ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς τέτοια θέματα ἤ μέ τέτοιον τρόπο, ἄρχισα νά ψηλαφῶ τό ἀντίστροφο: πολλές φιλοσοφίες προσφέρουν ἀρκετά, κατά τό μᾶλλον ἤ ἦττον, «κλειστά» συστήματα ἑρμηνείας, συστηματοποίησης, νοηματοδότησης, καί ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά «εἶναι φιλοσοφημένος» μπορεῖ νά ἐπιλέξει ὅ,τι βρίσκει πιό ταιριαστό ἀπό τά ἀντίστοιχα ράφια στό σοῦπερ-μάρκετ τῶν ἰδεῶν, κι ἐνδεχομένως μετά νά δουλέψει ὁ ἴδιος ὥστε νά προσθέσει ἕνα update σέ αὐτό πού διάλεξε. Αὐτό ὅμως πού κάνει τή φιλοσοφία νά εἶναι φιλοσοφική ἀναζήτηση καί ὄχι κωδικοποιημένες καί κατά τό μᾶλλον ἤ ἦττον «κλειστές» ἀπαντήσεις εἶναι, τελικά, ἕνας ἀκόρεστος πυρήνας ἐπίμονων ἐρωτημάτων πού μόνο ὡς οὐσιωδῶς θεολογικά θά τά χαρακτηρίζαμε — δηλαδή, τῆς πρώτης φιλοσοφίας.
Οἱ διαλέξεις φιλοσοφίας ἦταν διαλέξεις φιλοσοφίας. Ἄρχισα ὅμως κι ἐγώ, πέρα ἀπ’ αὐτές, νά ἀσχολοῦμαι κάπως περισσότερο μέ τόν «ὅλον Γιανναρᾶ», ὡς πρός το ἔργο του, καί νά ἀνακαλύπτω πρωτόγνωρους ὁρίζοντες γιά θέματα πού μέ εἶχαν ἀπασχολήσει ἤδη — θέματα ὄχι «θεωρητικά», ἀλλά ζωτικά, γιά ὅποιον θέλει νά ἔχει ζωή. Ὡραῖες οἱ θεωρίες, ἀλλά τί σημαίνει ζωή ἄξια νά τή ζεῖς; Πέρα ἀπό τίς θεωρητικά συναρπαστικές καί ὁπωσδήποτε σημαντικές νοητικές κωδικοποιήσεις, τελικά πῶς μποροῦμε νά ἀνιχνεύσουμε τό νόημα — στίς ζωές μας; Ποιό νά εἶναι τό οὐσιῶδες, ὁπουδήποτε, ποιό τό ἐπουσιῶδες; Ὁ κόσμος ὅπου ζῶ εἶναι προσωπικός καί ζωντανός, ἤ ἀπρόσωπος, ἤ τυχαῖος, ἤ μελλοθάνατος; Γιατί νά ἔχει νόημα ὁ τόπος μου; Τί σημαίνει παράδοση, κι ἄν δέν εἶναι ἁπλῶς ἀπορριπτέα, πῶς καί ποιά παράδοση δέν εἶναι ἀπορριπτέα, τί μέσα σέ αὐτήν μπορεῖ νά τήν καθιστᾶ ζείδωρη; Ὅταν ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς θά ἔγραφε ἤ θά μιλοῦσε γιά τήν ἐκκλησία καί τό ἐκκλησιαστικό γεγονός, μπορῶ ὄντως νά δῶ αὐτό πού διαβλέπει ἐκεῖ, κάτω ἀπό τόν ὀρυμαγδό τῶν κελύφων; (Spoiler alert: νομίζω ἤ ἐλπίζω πώς μοῦ χαρίστηκε τό νά μπορῶ νά ἀπαντήσω καταφατικά). Ἤ εἶναι ὅλα αὐτά μιά πολύ εὔηχη καί εὐχάριστη προπαγάνδα πού νιώθεις κάπως σημαντικός ἅμα μπορεῖς νά τήν ἀναπαραγάγεις μέ εὐγλωττία; Ἄνοιξαν ἄπειρες ἀτραποί καί μονοπάτια πού θέλαν πολύ «τρέξιμο», μέ πόρτες πού προηγουμένως προσπαθοῦσα νά παραβιάσω μέ κλειδιά πού δέν ταίριαζαν, νά ἀνοίγουν τώρα μέ χαρακτηριστική εὐκολία. (Διότι, ὅπως ἔλεγε καί ἡ παλιά διαφήμιση ἀδυνατίσματος, δέν θέλει κόπο, θέλει τρόπο). Πολύ τρέξιμο! Πού ἀντιστοιχοῦσε στή δική μου πείνα καί δίψα — ἤ μάλλον, μέ ἔκανε κιόλας νά διαπιστώνω πώς εἶχα πολύ περισσότερη κρυμμένη ἀπό ὅση μποροῦσα εὐκαίρως νά φανταστῶ προηγουμένως.
Δύο πρῶτα χρόνια στό πανεπιστήμιο, δύο κύκλοι διαλέξεων ἀπείρως συναρπαστικότεροι ἀπό τήν προπτυχιακή σπουδή μου στό πανεπιστήμιο, ἀναζητήσεις, τρεξίματα καί διαβάσματα πού εἶχαν τήν ἀφορμή τους καί τήν ἀφετηρία τους ἐκεῖ, στίς διαλέξεις τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, μέ τά πάμπολλα ἄλλα ἐρεθίσματα ἀπό ἀλλοῦ νά μήν ἐπιτυγχάνουν συγκρίσιμους ἀγῶνες καί ἀγωνίες ἀναζήτησης. Καί ἔβρισκα καί ἕνα σωρό πράγματα, καί πλούτιζε ἡ ζωή μου. Ὡς νεοφώτιστος τότε, καί ἐνάντια στόν τρόπο τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, ὑπῆρξα βέβαια καί τσιτατοφάγος ὅπως ὁ καλός προπτυχιακός μου συνάδελφος ὁ Νίτσες, ἀλλά εὐτυχῶς αὐτή ἡ παιδική ἀσθένεια μοῦ πέρασε ἀρκετά γρήγορα, νομίζω, ἐλπίζω. Στό τρίτο ἔτος πάω μέ τό πρόγραμμα Erasmus στό Βερολίνο, καί ἔτσι τά ‘φερε ἡ ὥρα κι ὁ καιρός πού ἔτυχε νά κληθεῖ τόν Δεκέμβριο τοῦ 2008 ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς γιά λίγες μέρες στήν ἑλληνική κοινότητα τοῦ Βερολίνου γιά διαλέξεις, ὁπότε καί προέκυψε, πλέον, προσωπική γνωριμία καί προσωπική σχέση πού συνεχίζεται ἕως σήμερα, παρά τήν παροδική δυσκολία πού φαινομενικά προξενεῖ τό κιβούρι. Δηλαδή, δύο χρόνια στά ἐν Ἀθήναις μαθήματα δέν εἴχαμε καταφέρει νά γνωριστοῦμε ἐπί τῆς οὐσίας (εἶμαι ἀκόμα κάπως ντροπαλός μέ ἀνθρώπους πού δέν γνωρίζω ἤδη ἤ δέν μοῦ τούς γνωρίζουν τρίτοι), καί προέκυψε κάτι τέτοιο στίς λίγες μέρες τοῦ Βερολίνου: συγκυρίες καί πρόνοιες…
Μετά τό πτυχίο φιλολογίας μοῦ ἦταν πλέον σαφές πώς ἐνδιαφέρομαι νά στραφῶ κατ’ ἀποκλειστικότητα στή φιλοσοφία, στό διδακτορικό ἐπίπεδο, ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπό ἕναν βατήρα γιανναρικῶν ἐνδιαφερόντων καί ἀναζήτησης. (Δέκα-δεκαπέντε χρόνια, μετά ἀπό δαιδαλώδη πορεία σέ τρεῖς ἠπείρους στήν ἀλλοδαπή, γνώρισα λίγο καλύτερα τήν ἑλληνική ἀκαδημαϊκή κοινότητα φιλοσοφίας στά πανεπιστημιακά τμήματα, καί μέ γνώρισαν κι ἐκεῖνοι σέ 25 ἐκλογές γιά ἀφετηριακή πανεπιστημιακή θέση, ὁπότε κατέληξα στή σώφρονα ἀπόφαση πώς πρέπει τάχιστα νά ἀποδεσμευτῶ πλήρως ἀπό αὐτό το πεδίο καί νά στραφῶ στίς κοινωνικές ἐπιστῆμες καί στίς διεθνεῖς σχέσεις — ἀλλά αὐτή εἶναι μιά ἄλλη ἱστορία, πού δέν εἶναι τῆς παρούσης. Σέ τουλάχιστον τέσσερις-πέντε ἀπό αὐτές τίς ἀκαδημαϊκές κρίσεις, τά ἐπίσημα πρακτικά ἀποτυπώνουν τούς καθηγητές ἐκλέκτορες νά φεύγουν ἐντελῶς ἀπό τούς ὑποψηφίους καί τό θέμα τῆς ἐκλογῆς καί ἀξιολόγησης καί νά ἀρχίζουν νά συζητοῦν ἐπί μακρόν, ἐπί τῇ παραισθησιογόνῳ ἀφορμῇ τῆς αἴτησής μου, τό ἄν ἔπρεπε νά εἶχε ἐκλεγεῖ τό 1982 στό Πάντειο Πανεπιστήμιο καθηγητής φιλοσοφίας ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς — διότι τό γινάτι βγάζει μάτι. Οἱ ἐπιστήμονες κατέληγαν ὁμοφώνως στό συμπέρασμα πώς αὐτή ἡ πανεπιστημιακή ἐκλογή πρό σαρανταετίας ἦταν, περίπου, ἀνυπολόγιστη καταστροφή γιά τόν τόπο ἤ κάτι τέτοιο. «Τά ἔγγραφα εὑρίσκονται εἰς τήν διάθεσιν τῆς ἐφημερίδος.» Τό καταγράφω ἐδῶ διότι ἀποτελεῖ μιά ψηφίδα τοῦ ἀσύλληπτου φθόνου πού ὑφίστατο ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς μέχρι τό τέλος.) Θέλοντας νά ἀσχοληθῶ μέ τήν ὀντολογία τοῦ χρόνου στή σκέψη Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τόσο ὡς συνέχειας ὅσο καί οὐσιώδους μετατροπῆς τῆς ἀντίστοιχης ἀριστοτελικῆς, ὑπέβαλα αἴτηση στό Ἰνστιτοῦτο Φιλοσοφίας τῆς Freie Universität Berlin —«Freie» μέ τήν ἔννοια τοῦ Δυτικοῦ Βερολίνου, ὄχι τοῦ ἀνοιχτοῦ πανεπιστημίου, διότι ὅταν ἱδρύθηκε τό Humboldt ἦταν στό Ἀνατολικό— καί ἄρχισα τό 2011. Ἀπό πολύ καιρό πρίν ἀναρωτιόμουν τί νά ἐπιλέξω γιά θέμα διδακτορικοῦ. Τελικά, τήν ἀφετηριακή ἔμπνευση τήν ἄντλησα… ἀπό μιά ἐπιφυλλίδα τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, παλαιότερη, πού ὅμως, ἄν θυμᾶμαι καλά, τήν εἶχε ἐπαναλάβει στίς ραδιοφωνικές ἐκπομπές πού πρέπει νά εἶχε περί τό 2007: τή χριστουγεννιάτικη «Στάση ἀεικίνητη ἐν φάτνῃ», Καθημερινή 21 Δεκεμβρίου 2003.
Στά τρία χρόνια δουλειᾶς πάνω στά κείμενα, κατέληξα σέ ἕνα σχῆμα καί συμπέρασμα οὐσιωδῶς διαφορετικό ἀπό αὐτό τῆς ἀφετηριακῆς γιανναρικῆς ἐπιφυλλίδας (αὐτό θά ἔλειπε: ἄν ἐπαρκοῦσε μιά ἐπιφυλλίδα γιά τό θέμα, τότε θά ἦταν ὅλως περιττό ἕνα διδακτορικό γι’ αὐτό…). Καί ἐνίοτε ἔβρισκα στά πηγαῖα κείμενα ἕναν Μάξιμο Ὁμολογητή λίγο διαφορετικό —στά σημεῖα, ἀπό ΄δῶ κι ἀπό ΄κεῖ, ὄχι στά οὐσιώδη καί στά καίρια— ἀπό αὐτόν πού μιλοῦσε μέσα ἀπό τίς σελίδες τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, ὅταν ἀναφερόταν στόν Μάξιμο. Ὁ ἴδιος ὁ Γιανναρᾶς τό καλωσόριζε ἰδιαίτερα αὐτό, χαιρόταν γνησίως ὅταν τοῦ κόμιζα τά εὑρήματά μου, κι ἄς εἶχαν καί πτυχές διορθωτικοῦ χαρακτήρα ὡς πρός τήν μαξιμιανή ὀρθογραφία — ἤ ἴσως κι ἀκριβῶς γι’ αὐτό. Καί τά συζητούσαμε γιά ὧρες, κι αὐτά, κι ἄλλα πολλά, καί ὅλα. Ἀποστρεφόταν τό ἐνδεχόμενο νά προσπαθήσουν νά γίνουν ὅσοι τόν ἀγαποῦν κόπιες τοῦ ἑαυτοῦ του, καί τό ἔδειχνε ἀγαπητικά.
Δάσκαλος, ἐδῶ, εἶναι τό νά χαίρεσαι γνήσια νά βλέπεις ὅσους μαθήτευσαν σέ σένα νά βρίσκουν κάτι ἄλλο, κάτι πέρα, ἀπό αὐτό πού ἤδη εἶχες νά τούς προσφέρεις ὡς τροφή καί στό ὁποῖο ἔχουν ἤδη ἐντρυφήσει — νά πηγαίνεις παραπέρα. Ὁ Γιανναρᾶς ἦταν τέτοιος δάσκαλος. Ἄλλον τόσο ἐνθουσιώδη γιά νά κάνεις «τά δικά σου», τά ἐντελῶς δικά σου, ὡς μαθητής κι ἐπειδή μαθήτευσες καί μαθητεύεις, δέν γνώρισα. Ἐδῶ, περιγράφεται μιά μαθητεία σέ ἕναν τρόπο, ὄχι ἀναπαραγωγή ἰδεολογίας ἤ «διδασκαλίας». Διότι τό νά λαμβάνεις διδασκαλία εἶναι, καταπῶς φαίνεται, τό νά γίνεις κάτι — ὄχι τό νά λές κάτι. Ἀλλά ὄχι νά γίνεις κάποιος ἄλλος: νά γίνεις ἐσύ — δηλαδή, κάποιος πού προηγουμένως δέν γνώριζες, παρά μόνο ἴσως φευγαλέα.
Ἡ προσωπική σχέση, λοιπόν, ξεκίνησε τό 2008. Ἔκτοτε κύλησε πολύ νερό στ’ αὐλάκι. Θά μποροῦσα νά πῶ πολλά-πολλά περιστατικά καί ἱστορίες, ἤ πολλές περιγραφές τοῦ τόσο βαθιά ἀγαπητικοῦ αὐτοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ χαρακτήρα του. (Ἤ πολλές δικές μου πανεπιστημιακές περιπέτειες ἐπ’ ἀφορμῇ τοῦ γιανναρικοῦ σημείου ἀναφορᾶς σέ τμήματα φιλοσοφίας ἀλλά καί θεολογίας — μόνο στήν Ἑλλάδα· παρόμοια προβλήματα δέν ἀντιμετώπισα ποτέ στό Βερολίνο, στήν Κωνσταντινούπολη, στό Cambridge, στό Winchester, στό Λονδίνο, στό Princeton). Θά μποροῦσα ἐπίσης νά χρησιμοποιήσω μιά φορτισμένη συναισθηματική γλώσσα, ἤ νά ἐπιχειρήσω νά προκαλέσω συγκινήσεις στούς ἀναγνῶστες μέ μελίρρυτα γλωσσικά ἁρπίσματα. Νομίζω ὅτι εἶναι πολύ πιό οὐσιώδης, καί ὑπερβαίνει τά προηγούμενα, ἡ ἑξῆς μαρτυρία: Τώρα τόν Αὔγουστο τοῦ 2025 πού γράφω αὐτές τίς γραμμές εἶμαι 37 ἐτῶν, καί οἱ τρέχουσες καθημερινές μου ἐνασχολήσεις καί ἐργασίες (κυρίως διεθνής πολιτική καί ἄλλα) εἶναι οὐσιωδῶς διαφορετικές ἀπό τίς ἄλλοτε καθημερινές ἐνασχολήσεις τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ. Ὅμως, κι ἄς εἶχα πολλές ἄλλες ἐπιρροές, μοῦ εἶναι παντελῶς ἀδύνατον —παντελῶς ὅμως, σπάω τό κεφάλι μου— νά φανταστῶ μέ τί θά ἔμοιαζα, τί εἴδους ἄνθρωπος θά ἤμουν, ἄν δέν εἶχε ξεκινήσει τό 2008 ἡ εἰσέτι συνεχιζόμενη συνάντηση μέ τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ, τόν ἄνθρωπο, τό πρόσωπο καί τό ἔργο του. Δέν ἔχω τήν παραμικρή εἰκόνα, προσπαθῶ νά τό ὑπολογίσω καί βγαίνει τεχνικό λάθος. Τί θεωρητική καί ἄλλη σκευή θά εἶχα σήμερα, τί θά πίστευα, μέ τί θά ἀσχολούμουν, πῶς θά σκεπτόμουν, μέ τί μάτια θά ἔβλεπα τόν κόσμο, καλά-καλά ποιά ἀκριβῶς προσωπικότητα θά ἤμουν — δέν ἔχω τήν παραμικρή ἰδέα. Δέν λέω σώνει καί ντέ ὅτι θά ἤμουν γιά πέταμα, οὔτε ὅτι τώρα δέν εἶμαι ἤ ὅτι εἶμαι λιγότερο, καί σίγουρα δέν ἔχω γίνει μιά «κόπια» τοῦ καλοῦ δασκάλου (ἐδῶ ὁ ἐκδότης Θεόδωρος Παντούλας ἴσως θά προσέθετε παιγνιωδῶς «ἴσως νά ἦταν βέβαια μιά κάποια βελτίωσις, ἔστω ἡ προσπάθεια…»), ἀλλά μά τήν ἀλήθεια δέν ἔχω τήν παραμικρή ἰδέα μέ τί θά ἔμοιαζα — κι ἄς εἶμαι ἀρκετά βέβαιος ὅτι τώρα, καί οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἶμαι πολύ περισσότερο Σωτήρης. Νομίζω ὅτι αὐτή ἡ κάπως ἁπλοϊκή περιγραφή, ἡ ἐντελῶς πραγματική κι ἀληθινή, σκιαγραφεῖ τό μέγεθος καί τήν ἐμβέλεια τοῦ προσωπικοῦ χρέους καί τῆς ὀφειλῆς μου στόν Χρῆστο Γιανναρᾶ, πράγματα εἰδάλλως ὅλως δυσπερίγραπτα, ὁπότε τά ἐπιμέρους περιττεύουν. Μέ τί λέξεις τώρα νά ντύσεις τό παραπάνω; Καί τό εὐτυχές κουσούρι τῆς πείνας καί τῆς δίψας ἐκεῖ, ὁδηγός — μεταγγίστηκε μεγαλοπρεπῶς κατά τή δυνατότητα τοῦ προσλαμβάνοντος.
Χαίρομαι στή διαπίστωση ὅτι ἡ μαρτυρία πού καταθέτω δέν ἔχει ἀπολύτως καμμία μοναδικότητα — διότι εἶναι πάμπολλοι οἱ ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων ἡ ζωή ἄλλαξε μέ τή γνωριμία τῆς παρουσίας ἤ/καί τοῦ ἔργου τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, οἱ ἄνθρωποι πού ἦταν μέ διαφορετικούς τρόπους ὁ καθένας μαθητές διότι μαθήτευσαν, εἴτε διά ζώσης εἴτε ἐξ ἀποστάσεως. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀποτύπωσης τῆς παρουσίας του στή γραφή του (εἴτε στήν καταγεγραμμένη σκέψη του στά μεγάλα φιλοσοφικά καί θεολογικά βιβλία, εἴτε στίς τόσο ζωντανές μαρτυρίες του — ἀπό τό Καταφύγιο Ἰδεῶν μέχρι Τά καθ’ ἑαυτόν καί τά μικρά διηγήματα ἀκόμη, ὅπως ὁ «Νήφωνας ὁ Κελλιώτης» στή δεύτερη ἔκδοση τῆς Πείνας καί Δίψας) τέτοια, πού ἔγινε καί γίνεται σταυροδρόμι ζωῆς καί γι’ ἀνθρώπους πού δέν τόν συνάντησαν ποτέ διά ζώσης, ἐξ οὗ καί ἡ κοίμησή του οὐδόλως παρακωλύει τή συνέχιση αὐτῆς τῆς γνωριμίας. Ὁ ἴδιος μιλοῦσε γιά τή συνάντηση μέ τήν ἐτερότητα ἑνός Μότσαρτ μέσα ἀπό τή μουσική του ἤ ἑνός Βάν Γκόγκ μέσα ἀπό τούς πίνακές του (καί, ὑπονοεῖται, τοῦ Πλάστη μέσα ἀπό τήν πλάση). Ἔχει δοκιμαστεῖ ἤδη ἡ συνάντηση μέ τήν ἐτερότητα τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ μέσα ἀπό τήν παρακαταθήκη τοῦ ἔργου του: λειτουργεῖ.
Βέβαια, δέν μπορεῖς νά τά ἔχεις ὅλα. Ἐνδεχομένως ἀπόκρημνη γιά ὅσους στό μέλλον θά γνωρίσουν τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ μόνο μέσα ἀπό τά γραπτά του ἡ ζεστή εὐγένεια τῆς μορφῆς του, ἡ ἀναβλύζουσα ἀγάπη τῆς παρουσίας του, τό πιό-ζωντανό-ἀπό-σένα βλέμμα του. Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς ἦταν καί εἶναι ὄχι μόνο τί ἔλεγε ἤ ἔγραφε ἀλλά καί ὁ ἀνθρώπινος πλοῦτος τῆς παρουσίας του — ἀλλά, δέν ξέρω πῶς, κάπως κατάφερε νά τό περικλείσει κι αὐτό, ἔστω ἔμμεσα, στή γραφή του.
*
Τό ἄλλο ὅμως ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον στοιχεῖο εἶναι τό πῶς αὐτή ἡ σπορά, αὐτή ἡ μαθητεία πού ἀπροϋπόθετα δώριζε, λειτούργησε καί λειτουργεῖ τόσο διαφορετικά σέ τόσο πολλούς διαφορετικούς ἀνθρώπους, βλασταίνοντας ὅλως ἄλλα ἄνθη στόν καθένα — μέ τήν «πρόσληψη» τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ νά εἶναι πολύ διαφορετική. Ἔριχνε τούς καρπούς στό χῶμα, καί στόν καθένα αὐτοί ἄνθιζαν κι ἀνθίζουν μέ ἄλλες ἐμφάσεις καί χρώματα. Κοινό στοιχεῖο σέ ὅλους, ἡ ἐνθάρρυνση τῆς πείνας καί τῆς δίψας, ἡ ἀποστροφή κάθε κορεσμοῦ καί αὐτάρεσκης αὐτάρκειας. Ἄν καί ἀρχικά μοῦ σχημάτισε σέ γιγαντιαῖο βαθμό τίς ἀναζητήσεις μου στούς κλάδους τῆς ἀκαδημαϊκῆς φιλοσοφίας, στήν ἐδῶ μαρτυρία ἐπικεντρώνομαι ἀρκετά στό ἕνα σκέλος, στό πῶς ἡ παρουσία του κατέστη γιά μένα ὁδός ἀποκάλυψης τῆς ἐκκλησίας, τοῦ ζωντανοῦ σώματος τοῦ σαρκωθέντος καί ἀναστάντος Λόγου, διότι αὐτό ἦταν γιά ἐμένα τό κατ’ ἐξοχήν κοσμογονικό καί τό ἐκ τοῦ μή ὄντος: σέ ἄλλους, τά πράγματα ἤ οἱ ἐμφάσεις τους ἀναδύθηκαν ἀλλιῶς, καί ἡ συνάντηση/μαθητεία εἶχε ἄλλο περιεχόμενο, μά ἐξίσου καίριο καί ζωογόνο. Παρά τή «Ζωϊκή» προπαρασκευή, ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς πού γνώριζα δέν εἶχε ἴχνος «ἱεραποστολισμοῦ», τουλάχιστον ὡς πρός τά χριστιανικά: ἔβλεπες ὅμως Αὐτόν πού ἀγαποῦσε, διεπίστωνες πώς Αὐτός εἶναι ἐκεῖ ψηλαφητός, καί σοῦ γεννιόταν ἡ ἐπιθυμία νά Τόν ἀγαπήσεις κι ἐσύ. Μετά, τά πράγματα ἔπαιρναν τόν δρόμο τους.
Ἔγραψα στήν ἀρχή ἀπό ποιό «πλαίσιο» προερχόμουν. Στή διαδικασία τῆς τριβῆς μέ τούς ὁρίζοντες πού ἄνοιγε ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, στό βάθος μιᾶς διετίας, καί ψηλαφώντας τή μαρτυρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος βρέθηκα ἐντελῶς πιστός: οὔτε κι ἐγώ μπορῶ νά περιγράψω πῶς, «οὐκ ἦλθε μετά παρατηρήσεως». Πολλά θά μποροῦσα νά γράψω ἐδῶ, ἀλλά ἐπειδή δέν εἶναι τό θέμα μας, ἁπλῶς νά πῶ πώς ὁ Γιανναρᾶς ἐπαναλάμβανε συνεχῶς πώς ἡ πίστη δέν εἶναι ἕνα σέτ πεποιθήσεων ἤ ἰδεολογία, ἀλλά κάτι ὅλως ἄλλο. Ἔχοντας τήν ἐμπειρία ἑνός ἀνθρώπου πού ψιλοθυμᾶται πῶς σκεπτόταν καί πῶς ἔβλεπε τόν κόσμο ὅταν ἦταν αὐτονόητα καί ἐντελῶς ψύχραιμα ἄθεος, καί πῶς τόν βλέπει μετά ὡς πιστό μέλος τῆς ἐκκλησίας, ὀφείλω νά πῶ πώς αὐτή ἡ διαπίστωση ἀποτελεῖ τό βίωμά μου (βίωμα μετάβασης πού λογικά ὁ ἴδιος ὁ Γιανναρᾶς μᾶλλον δέν θά εἶχε, ἀφοῦ ἐξελίχθηκε ὡς πιστός ὄντας ἀνέκαθεν τέτοιος, ἄν καταλαβαίνω σωστά). Σέ μιά διετία, στό ἕνα ἄκρο τῆς ὁποίας ἤμουν αὐτονόητα ἄθεος καί στό ἄλλο ἄκρο αὐτονόητα πιστός, βλέποντας ἔτσι τά πάντα ἀλλιῶς καί ὄχι μόνο μιά ξεκομμένη κατηγορία μιᾶς κατακερματισμένης σέ τομεῖς ζωῆς πού θά τήν ποῦμε «πίστη» ἤ «θρησκεία», δέν ὑπῆρξε «μία Τετάρτη βράδυ» πού ἔκανα «τσέκ» σέ συγκεκριμένα νοητικά κουτάκια «πεποιθήσεων» ὡς ἄθεος, ἐνῶ «τήν ἑπόμενη Πέμπτη τό πρωί» ἔκανα «τσέκ» σέ ἄλλα, πλέον χριστιανικά καί ἐκκλησιαστικά, «κουτάκια πεποιθήσεων». Θά μποροῦσα νά θεωρητικολογήσω ὡς πρός τό πῶς λειτουργεῖ, πάντως διεπίστωσα ὅτι σίγουρα δέν λειτουργεῖ ἔτσι. Χρόνια μετά, πρός ἔκπληξή μου, ἔπεσα πάνω σέ πλήθουσα πρόσφατη ἀγγλόφωνη βιβλιογραφία, τῆς τελευταίας τριακονταετίας, πού περιγράφεται μεταξύ ἄλλων ἀκριβῶς τό πῶς ἡ ἀντίληψη τῆς «πίστης» ὡς «συνόλου πεποιθήσεων» εἶναι ἐντελῶς νεωτερική σύλληψη, καί πώς προνεωτερικά ἡ πίστη ἦταν, ἐν τέλει, κυρίως ἀποτέλεσμα σταδιακῆς μετοχῆς σέ λειτουργικό σῶμα. Ἡ ἔρευνα ἔφτανε συστηματικά στή διαίσθηση πού εἶχε μέ σαφήνεια ἀποτυπώσει ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, χωρίς ὁ ἴδιος νά ἔχει τύχει νά παρακολουθήσει τό συγκεκριμένο, καί ἀγγλοφώνως ἐκφραζόμενο, πεδίο της. Τό ἴδιο διαπιστώνω καί σέ διάφορες ἄλλες πτυχές.
Τώρα, νά τό πῶ; Ὡς πιστός, σκέφτομαι καί τό ἑξῆς κατά καιρούς μετά τήν κοίμηση τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ: Ὅλοι θά περάσουμε κρίση, ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ ἀκριβής της φύση, καί μέ κριτήρια πού δέν τά γνωρίζουμε ἐπακριβῶς. Κι ἀφοῦ ὁ Χρῆστος δέν ἦταν ὁ Χριστός, θά ‘χει ἀναντίρρητα κάνει καί τά στραβά του. Εἶναι δυνατόν, ὁ πρωτότοκος τῶν νεκρῶν, ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς, νά μήν λάβει ὑπ’ ὄψιν του στήν κρίση πώς ἕνα σωρό ἄνθρωποι, νά κι ὁ γράφων φέρ’ εἰπεῖν, γνώρισαν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί Τόν ἀγάπησαν κι αἰχμαλωτίσθηκαν στήν ἀγάπη Του καί γνώρισαν τήν ἐκκλησία καί τούς καρπούς της τούς ἁγίους καί τίς ἁγίες καί γεύθηκαν λίγο ἀπό τόν πλοῦτο ζωῆς ἐκεῖ πέρα, μέ ἀφορμή τήν παρεμβολή στή ζωή τους τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, καί τῆς δικῆς του ἀγάπης γιά τόν Χριστό καί τήν ἐκκλησία του; Δέν μπορεῖ, θά τό λάβει ὑπ’ ὄψιν του — τό ἐπουράνιο ρουσφέτι εἶναι μεγάλη ὑπόθεση, κι ὁ Πλάστης δίκαιος σέ αὐτά, φαντάζομαι.
*
John Milbank, Rowan Williams, Χρῆστος Γιανναρᾶς. Cambridge 2017.
Στήν Ἑλλάδα θά πάρει σίγουρα κάποιο χρόνο μέχρι νά θεραπευθοῦν οἱ δύο μεγάλες στρεβλώσεις ὡς πρός τήν πρόσληψη τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ — τῆς προσωπικότητας, τοῦ ἔργου, τῆς σκέψης του. Ἡ πρώτη στρέβλωση, ἀναντίρρητα, εἶναι ὁ ἀσυμμάζευτος φθόνος πού δημιουργοῦσε ἡ ἐμβέλεια τῆς παρουσίας τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, τό ἐκτόπισμά του, φθόνος πολύ-πολύ ἑλληνικός στό πάθος του — νά, ἡ περίφημη «ἑλληνική συνέχεια» γιά ὅποιον τήν ἀμφισβητεῖ συνολικά… τρεῖς χιλιάδες χρόνια τό ἴδιο βιολί. Ἐδῶ ἡ κρίση ἀσκεῖται ὡς σύγκριση, καί οἱ ἀνασφάλειες μαζί μέ τήν προσωπική κατοχύρωση τήν ἀναβιβάζουν σέ στρεβλό ὑπαρξιακό διακύβευμα. Ἡ δεύτερη στρέβλωση εἶναι ἡ πρωτοκαθεδρία τοῦ (πρωτίστως σχολιάζοντος τήν ἑκάστοτε ἐπικαιρότητα) λόγου τῶν ἐπιφυλλίδων πού, ὡς ἐν τέλει πολιτικές, προϋποθέτουν τή διαφωνία, συχνά γιά θέματα πού πονᾶνε. Φυσικά, οἱ ἐπιφυλλίδες εἶναι Χρῆστος Γιανναρᾶς, ἀλλά νομίζω θά συμφωνήσουμε ὅτι δέν εἶναι ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, πόσῳ δέ μᾶλλον ὅταν λόγω τῆς δημοσιότητάς τους ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπισκιάζουν τό κυρίως ἔργο καί τή συνεισφορά του, πού νομίζω ὅτι ἦταν πρωτευόντως ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς. Θά ποῦμε στήν Ἑλλάδα «βιβλία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ», καί ὁ νοῦς τῶν περισσοτέρων δέν θά πάει πρῶτα στό Πρόσωπο καί ὁ Ἔρως· στό Ρητό καί τό Ἄρρητο, στήν Ὀντολογία τῆς Σχέσης ἤ τίς Προτάσεις Κριτικῆς Ὀντολογίας, στό Ὀρθός Λόγος καί Κοινωνική Πρακτική, στήν Μετά-Νεωτερική Μετά-Φυσική, τέλος πάντων στό Σχόλιο στό Ἆσμα Ἀσμάτων, στό Καταφύγιο Ἰδεῶν καί στά Καθ’ Ἑαυτόν, ἔστω στό ὡραῖο Ἀλφαβητάρι τῆς Πίστης. Θά πάει σέ βιβλιοδετημένες συλλογές ἐπιφυλλίδων. Σημαντικό κομμάτι τῆς ζωῆς του —πενήντα χρόνια ἀδιάκοπης ἑβδομαδιαίας χρονογραφίας, κραταιό ἐγχείρημα κοινωνικῆς κριτικῆς καί γλωσσικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, συμφωνεῖ-διαφωνεῖ κανείς—, τῆς συνεισφορᾶς του, τῆς γραφίδας του, τῆς ἔγνοιάς του, τῆς συνέπειάς του, τοῦ δημοσίου λόγου του: ὄχι ὅμως ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς ὁλόκληρος δηλαδὴ σῶος, καί τό νά τόν ἐπισκιάζει δέν εἶναι τό βέλτιστο. Τά γράφω αὐτά διότι πλακωνόμαστε μέ τόν ἐκδότη τοῦ ἀνά χεῖρας πονήματος Θεόδωρο Παντούλα γιά τοῦτα τά ζητήματα.
Στόν ἀγγλόφωνο χῶρο δέν ὑπάρχουν ἐπιφυλλίδες. Ἄρα, πεδίον δόξης λαμπρόν γιά τό κατ’ ἐξοχήν, κυρίως ἔργο. Ἀλλά ὁ γαλλόφωνος καί γερμανόφωνος Χρῆστος Γιανναρᾶς δέν μιλοῦσε τήν ἀγγλική καί δέν ἔγραφε σέ αὐτήν — ἐνῶ, ἀπό κάποιο σημεῖο καί μετά στή γενιά του, κατέστη ἡ σχεδόν ἀποκλειστική lingua franca ἔξω. Πρίν ἀπό δύο-τρεῖς δεκαετίες, ἐλάχιστα ἔργα του ὑπῆρχαν στά ἀγγλικά, καί ἐλάχιστα ἔργα γιά αὐτόν· πρῶτος εἶχε γράψει στά ἀγγλικά ὁ Rowan Williams τό… 1972. Αὐτό ἄλλαξε πάρα πολύ κατά τήν τελευταία δεκαετία — ὡς πρός τίς μεταφράσεις στά ἀγγλικά, μέ τόν μόχθο τοῦ Norman Russell, καί ἐσχάτως τοῦ Jonathan Cole. Ἀρχικά, ἡ δευτερογενής πρόσληψη στά ἀγγλικά —ἐρήμην ἔργου εἰσέτι τότε ἀμετάφραστου στή γλώσσα— ἦταν μιά φρικτή, γκροτέσκα καρικατούρα τῆς σκέψης του, πρωτίστως διά χειρός κάποιων Ἑλλήνων μελετητῶν πού, δέν ξέρω, ἴσως ἔνιωσαν προδομένοι ἀπό τό ἔργο του — δέν ἔχω ἰδέα. Ἀρχικά βγῆκε πολύ κέρδος ἀκαδημαϊκό γιά ἀρκετούς ἀπό αὐτήν τήν πλαστογραφία, ἀπό τήν ἐξαγωγή στό ἀγγλόφωνο ἐξωτερικό τῆς σκέψης τοῦ Γιανναρᾶ ὡς καρικατούρας, σκιάχτρου καί μπαμπούλα (δέν κρίνω: ἕκαστος στό εἶδος του καί μέ τόν δικό του σταυρό), ἀλλά καταπῶς φαίνεται εἶχε κοντά ποδάρια αὐτή ἡ ὑπόθεση, ὁ ἄνεμος ἔχει ἀλλάξει στόν ἀγγλόφωνο χῶρο καί «ἔξω πᾶμε καλά». Σέ πενῆντα χρόνια ἵσως ἔρθει, ἀπ’ ἕξω πλέον, ὁ ἐν θέματι ἄνεμος καὶ στὴν Ἑλλάδα. Βοηθούσης τῆς ἔκδοσης πολλῶν πλέον βιβλίων στά ἀγγλικά, νέων μελετητῶν πού φτάνουν σέ αὐτά καί γράφουν γι’ αὐτά, τῆς ἀναγνώρισης ἀπό καίριους κι ἑδραιωμένους στοχαστές τοῦ ἐξωτερικοῦ, δύο συνεδρίων γιά τή σκέψη τοῦ Γιανναρᾶ σέ κολλέγιο τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης τό 2013 καί στό Πανεπιστήμιο τοῦ Cambridge τό 2017 καί ἀρκετῶν ἀφιερωμάτων, εἶναι πραγματικά ἐντυπωσιακό τό πόσο ἔχει ἀλλάξει πλέον ἡ εἰκόνα, σέ τί ἀπίθανα μέρη τοῦ κόσμου ἐντός κι ἐκτός πανεπιστημίων βρίσκεις ἀνθρώπους πού ἔχουν κάτσει κι ἔχουν διαβάσει στά σοβαρά τά μεταφρασμένα βιβλία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ, χωρίς προαντιλήψεις ὑπαγορευμένες ἀπό ἑλλαδικές συνάφειες κάθε εἴδους. Ἀπό ἀκαδημαϊκές ἀναφορές στά ἔργα του σέ ἀπίθανη σωρεία πεδίων μέχρι… συζητήσεις γιά τό τάδε ἤ τό δεῖνα βιβλίο του στό ἀμερικάνικο Twitter.
Ἀρχές Δεκεμβρίου τοῦ 2024 εἶμαι στήν Ὀξφόρδη γιά μιά ἀκαδημαϊκή ὑποχρέωση, καί μετά τήν (μή σχετική μέ τό ἔργο τοῦ Γιανναρᾶ) ἐκδήλωση στό κολλέγιο βρεθήκαμε διά τά περαιτέρω στήν κλασική Turf Tavern· ὁπότε μοῦ λέει μιά εἰκοσιτριάχρονη Κινέζα —ἐντελῶς Κινέζα— μεταπτυχιακή φοιτήτρια τῆς Ὀξφόρδης: «Ἄααα, ὁ Γιανναρᾶς εἶναι ὁ ἀγαπημένος μου στοχαστής μαζί μέ τόν Jean-Luc Marion, μᾶλλον ὁ κατ’ ἐξοχήν ἀγαπημένος μου, διότι τά βιβλία του ἦταν ἀποφασιστικῆς σημασίας γιά νά γίνω πέρυσι ὀρθόδοξη χριστιανή: τά ἔχω διαβάσει σχεδόν ὅλα ὅσα κυκλοφοροῦν στά ἀγγλικά, καί τά συζητᾶμε συχνά μέ φίλους καί συναδέλφους». Μείζων κεραμίδα, διότι κάτι τέτοιο θά ἦταν στατιστικά ἀπίθανο νά εἶχε συμβεῖ τό 2008 ἤ τό 2011 — τά πράγματα κινοῦνται γρήγορα. Τέτοια περιστατικά, πλέον, πολλά καί τακτικά.
*
Ἕνα πολύ σύντομο σχόλιο γιά τή γλώσσα. Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς δέν τή «χρησιμοποιοῦσε καλά»: πέρα ἀπό τήν ἀγάπη του γιά τή γλώσσα, τηροῦσε ὁ ἴδιος ἀπαρεγκλίτως τήν ἀπαίτηση ἀπό τόν ἑαυτό του τῆς ἀκριβολογίας μέ τή γλώσσα, νά ἀντιστοιχοῦν κατά τό δυνατόν τά ὀνόματα στά πράγματα, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι φύσει ἀδύνατο νά ἀντιστοιχοῦν ἐπακριβῶς (ἀποφατισμός, ἄν μή τί ἄλλο). Δέν ἦταν δύσκολη ἡ γλώσσα του γιά πλάκα ἤ γιά ἐπίδειξη, ἀλλά ἐπειδή ἔπρεπε νά ἐξαντληθοῦν κατά τό δυνατόν οἱ δυνατότητές της προκειμένου νά ἐκφρασθοῦν ὅσα ἤθελε νά ἐκφράσει καί ὅσα εἶχε νὰ ἐκφράσει. Αὐτό μοῦ ἦταν ἀνέκαθεν καί μοῦ εἶναι μεγάλο μάθημα, διότι διαπιστώνω συνεχῶς γύρω μου πώς οἱ περισσότεροι δέν ὑποπτεύονται κἄν τή συνάρτηση γλώσσας καί σκέψης: χρησιμοποιοῦν τίς λέξεις καί τίς φράσεις κωδικά, ἐπαναλαμβάνοντας κάτι πού ἄκουσαν χωρίς ἀπαίτηση ἀκριβοῦς χρήσης, κατανοώντας τες στό περίπου, σάν ἕνα περίπου τυχαῖο νέφος πιθανῶν νοημάτων γύρω ἀπό τήν ἴδια τή λέξη, πού ἁπλῶς τό μεταφέρουμε σάν κλειστό κουτί, δέν εἰσερχόμαστε σέ αὐτό. Ὁπότε ἡ σκέψη φτωχαίνει, ἡ γλώσσα ἀτροφεῖ, καί ὅταν διαβάζεις κείμενα ἁπλῶς τά ψιλοπροσεγγίζεις, χωρίς νά ἀναμετρᾶσαι μέ αὐτά. Ἡ ἐναλλακτική εἶναι ἡ μελέτη κειμένων ὡς ἕνας συνεχής διάλογος μέ τό κείμενο, σέ βαθμό πού δέν διαβάζεις παθητικά ἕνα κείμενο, ἀλλά οὐσιαστικά γράφεις νοητικά ἕνα ἄλλο, δικό σου, ὡς καρπό τῆς ἀναμέτρησής σου μέ τή γλώσσα, ἄρα τή σκέψη, αὐτοῦ τό ὁποῖο διάβασες. Διαπιστώνω στή δική μου ζωή πόσο σημαντική εἶναι αὐτή ἡ προσέγγιση τῆς γλώσσας πού ἔμαθα βλέποντας τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ, καί πόσο ἔχει πλουτίσει τίς ἀπόπειρές μου σέ διάφορα πεδία — σέ σύγκριση μέ πρίν, τελοσπάντων.
*
Τά πιό σημαντικά πράγματα πού ἔμαθα ἀπό τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ εἶναι αὐτά πού ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς δέν εἶπε ποτέ ρητῶς, ὅσα ποτέ δέν ἐλέχθησαν. Ἄς ποῦμε, αὐτό ἐδῶ τό κείμενο διαπράττει μιά λαθροχειρία: μιλάει γιά τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ σέ χρόνο παρελθοντικό γιά τήν οἰκονομία τῆς συζήτησης, ὡς ἐάν τάχα μου νά μήν ὑπάρχει πιά ἤ κάτι τέτοια, ἐνῶ ἐγώ γνωρίζω μέ μεγαλύτερη φυσικότητα ἀπ’ ὅτι ἀναμένω τόν ἥλιο νά ἀνατείλει αὔριο —ἴσως καί νά ‘μαι ἁπλῶς ἠλίθιος, πάντως ἔτσι ἔχουν τά πράγματα— ὅτι ὅλες αὐτές οἱ δεισιδαιμονίες περί θανάτου εἶναι ἀπολύτως ψευδαισθητικές κι ἄς φέρουν πένθος βαρύ τώρα πού τίς ζοῦμε, καί ὅτι ὅλους τούς ἀγαπημένους κεκοιμημένους μας καί βεβαίως τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ θά τούς ξαναδοῦμε ἀναστημένους μέ τά σώματά τους καί θά ἔχουμε μεγάλη γιορτή. Ὅτι κάτι ξέρουν οἱ ἅγιοι καί οἱ ἁγίες πού ἔχουν κουραστεῖ νά μᾶς τά λένε καί πρίν καί μετά τό μνῆμα τους, καί ὅτι θά εἶναι μαζί μας κι ὁ Χριστός, πού ὅλο μᾶς χαμογελᾶ μέσα ἀπό τό καθετί πού ἔπλασε, ἀλλά ἐμεῖς συνήθως εἴμαστε γκαβοί καί δέν παίρνουμε χαμπάρι καί ἀσχολούμαστε μέ τούς λογαριασμούς ΔΕΚΟ. Τέτοια πράγματα δέν τά ἔλεγε ποτέ ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, ἀλλά ἐγώ ἀπό τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ τά ἔμαθα.
Πάντως ὁ ἴδιος, ὅταν ὡς «ἀνώνυμος» ἔγραψε καί δημοσίευσε ἀπό τίς ἐκδόσεις Δόμος μιά πρόταση νεκρωσίμου ἀκολουθίας, εἶχε ἐπιλέξει τά ἑξῆς χωρία ὡς εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα:
Κατά Ἰωάννην, Κεφ. 11, 25-27· 12, 24· 16, 21· 15, 9-13· 10, 10-11· 14, 19· 14, 27:
Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή.
Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται·
καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή ἀποθάνῃ εἰς τόν αἰῶνα.
Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσών εἰς τήν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτός μόνος μένει· ἐάν δέ ἀποθάνῃ, πολύν καρπόν φέρει.
Ἡ γυνή ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς· ὅταν δέ γεννήσῃ τό παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διά τήν χαράν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τόν κόσμον.
Μείνατε ἐν τῇ ἀγάπη τῇ ἐμῇ.
Καθώς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς.
Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρά ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καί ἡ χαρά ὑμῶν πληρωθῇ.
Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς.
Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τίς τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ.
Ἐγώ ἦλθον ἵνα ζωήν ἔχωσι καί περισσόν ἔχωσι.
Μή ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία, μηδέ δειλιάτω.
Ἐγώ ζῶ καί ὑμεῖς ζήσεσθε.
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Αχ, κύριε Χρήστο μας! Επί προσωπικού για τον Χρήστο Γιανναρά», εκδόσεις manifesto 2025, σε επιμέλεια Αναστασίας Μπύρου και Θεοδώρου Ε. Παντούλα.








